ΠΡΟΣΟΧΗ

... ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι αναρτήσεις στο ιστολόγιο δεν αποτελούν απαραίτητα θέση ή άποψη δική μας, άλλα Πολιτών και Bloggers. Δημοσιεύονται άρθρα εφημερίδων και περιοδικών σχετικά με το ερασιτεχνικό ψάρεμα, και ΟΧΙ μόνο......

I am only responsible for what I say, NOT however responsible for what you understand

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015

Μένουμε εις την Φραγκιάν!

 Με χιουμοριστική διάθεση    

Αλέξιος ο Α΄, ο Αγραβάτωτος κλείνει συμφωνία. 

  Τω καιρώ εκείνω, ο μάγιστρος Αλέξιος ήτο πολλά σκοτισμένος. Το καλοκαίριον είχε φτάσει και συμφωνία δεν φαινόταν στον ορίζοντα. Αδίκως ο Ιωάν(ν)ης ο Νάρκισσος κοπίαζε με τις περί παιγνίων θεωρίες του. Οι Αλαμανοί ήταν αμόρφωτοι και δεν καταλάβαιναν από τέτοια. Λίγες ακόμη ημέρες να περνούσαν και η χώρα θα βούλιαζε εις τον βούρκον. Θα χάνονταν τα πάντα. Μέχρι και τα ιερά τροφεία των Δεητζήδων. Στο μεταξύ, η Αγγελική η Αλαμανή καμωνόταν την Αγία Γουτθίλδη της Βυτεμβέργης. Μήτε να της πεις «γκο-μπακ» δεν μπορούσες, έτσι συμπονετική όπως ήταν. Μα η Χριστίνα της Λαγκαρδίας απαιτούσε τους τόκους της εν τη παλάμη. Και ο Μάριος Δράγκης είχε μουλαρώσει. Και ο Γερούνδιος ο Κατωχωρίτης έκαμε διαρκώς μούτες. Ο δε Βολφγκάνγκος ο Στριφνός διαλαλούσε πως αν οι Έλληνες δεν δέχονταν να μαστιγώνονται όσο τραβούν κουπί, θα τους διώξει από την γαλέρα δια να μάθουν να τα θέλουν όλα δικά τους.
Ακόμη και ο Γιουνκέρ ο Εύθυμος, που κάποτε

  υποδεχόταν με ασπασμούς τον Αλέξιο και του ακουμπούσε γραβάτες κάτω από τον λαιμό δια να γελάσουν, τώρα έβγαζε χολή και ξινίλα. Και όλοι ετούτοι έπεμψαν στον Αλέξιο ένα χαρτί, με τον άρχοντα Δραγασάτση. «Σφράγισέ το με το δαχτυλίδιόν σου» του μήνυσαν. «Ειδάλλως η πανούκλα και το μαύρο θανατικό θα μνημονεύονται ως πανήγυρις, μπρος σε εκείνα που θα ξημερώσουν για το Θέμα της Ελλάδος».
Μα και εις το εσσωτερικόν είχε σκοτούρες ο Αλέξιος. Διότι ο καθείς συριζαίος έλεγε ό,τι κατέβαζε η γκλάβα του και άκουγες για ρήξεις και δελτία τροφίμων και Μοσχοβίτες και Τάρταρους. Και η Ζωή η Νευρική έστηνε επιτροπές καθ’ εκάστην. Και έκαμε κηρύγματα από άμβωνος, μιλώντας αργά, μια λέξη τη φορά, σαν να απευθύνεται σε ηλιθίους. Και ενδιαμέσως μία χαμογελούσε γλυκά και μία εσοβάρευε, όπως κάμουν οι δαιμονισμένοι στα μοναστήρια. Και είχε κουβαλήσει και έναν ξυπόλητον από τα μέρη της Βαλλωνίας, δια να βεβαιώσει πως τα δανεικά μάς τα είχαν δώκει οι ξένοι με το ζόρι. Και ήθελε να στείλει τους πραιτωριανούς της να συλλάβουν τον τοκογλύφο Στουρνάρα και να τον διαπομπεύσουν.
Ο δε Ιωάν(ν)ης ο Νάρκισσος είχε παραφρονήσει και στρωνόταν καταγής σαν τον διακονιάρη. Και εταξίδευε πέρα δώθε Βρυξέλλα, Ρίγα, Αθήνα με την ίδια πουκαμίσα πλύνε βάλε, μέχρι που τα λαχούρια ξεθώριασαν. Και ούτε σ’ ένα καπηλειό για να ξεσκάσει δεν τολμούσε να πάγει, διότι εκεί τον επερίμεναν οι Εξαρχειώται για να τον προγκήξουν και να του αδειάσουν ζύθο στην κεφαλήν.
Με τούτα και με εκείνα, ο λαός είχε τρομάξει, μα όχι όσο θα έπρεπε. Διότι τα είχε ξαναπεράσει με τους Σαμαράδες και τους Γεωργάκηδες και τους λοιπούς λατρεμένους ηγέτες του και είχε μιαν σχετικήν απάθειαν. Και στον αγέρα πετούσαν μαύρα κοράκια και τα βράδια ακούγονταν τριγμοί λες και η χώρα ράγιζε απάνω από την Θεσσαλονίκη για να χωριστεί από την Ευρώπη και να πάρει ρότα για την Μπαρμπαριά. Η μόνη παρηγορία ήτο η κραταιά Φώφη, η οποία είχε ανέλθει στο θρονί, το βουλιαγμένο από το βάρος του άρχοντα Μπένη του Λογοπλάστη. «Δόξα σοι κύριε!» αναφωνούσαν άπαντες. «Έχουμε την Φώφην. Έχουμε και την Ποσπέρτ. Με τούτα τα δύο μπορούμε να ξαναχτίσουμε την Ελλάδα».
Και εξεκίνησαν συγκεντρώσεις στες πλατείες και τες απλωσιές. Τη μία μαζεύονταν οι ανθενωτικοί: συριζαίοι και ανταρσίτες και από κοντά οι ανέληδες και οι κάθε λογής ζουρλοί. Την άλλην οι νοικοκυραίοι. Ετούτοι φορούσαν υποδήματα περιπάτου και βαστούσαν σημαίες της Εσπερίας και πινάκια με ανοησίες που τους είχε φτιάξει ο πονηρός Μουρούτης. «Μένουμε εις την Φραγκιάν!» εστρίγγλιζαν και είχαν στο πλάι τους τον Άδωνη Βουμβούκο και τον Πλεύρη τον Ευρωπαίο. Έπειτα, οι μεν λοιδωρούσαν τους δε και έγραφαν σκωπτικά σχόλια στους τοίχους τους. Συνεπεία τούτων έπεφταν διαγραφές και πλοκ και ο λαός ήτο φριχτά διχασμένος.
Και η μαύρη Δευτέρα έφτασε. Και εξεκίνησε με βροχή και πλημμύρα, πράγμα που θεωρήθηκε αρχικώς κακό σημάδι. Και οι ευσεβείς έσπευσαν στις εκκλησίες και στα εητιέμια. Ο Αλέξιος ήτο από νωρίς στην Βρυξέλλα. Και είχε μαζί του ένα χαρτί που μπροστά του ωχριούσαν μέχρι και οι συμφορές που θα έφερνε ο φοβερός Μέιλχαρ Δούβελης -μακριά από εμάς. Όμως ο Αλέξιος το είχε ραντίσει με το αγιασμένο νερό της αριστεράς και οι συμφορές θα ήταν γλυκιές και ανώδυνες. Και ο Γιουνκέρ το εδιάβασε και το βρήκε αρκετά καταστροφικό για το Θέμα της Ελλάδας. Τόσο ώστε αμέσως ξέχασε την ξινίλα του. Έγινε ο παλιός Γιουνκέρ ο Εύθυμος και έδωκε χαστουκάκι στο μάγουλο το Αλέξιου. Και δάκρυα χαράς έτρεξαν από τα μάτια όλων, διότι ήτο κρίμα μία χαζή παρεξήγησις να χαλάσει μια τέτοια φιλία.
Και το πράγμα φαινόταν πως πήγαινε δια συμφωνία. Και εις το Θέμα της Ελλάδος οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα και οι Πρετεντέρηδες ήθελαν να κρυφτούν μα η χαρά δεν τους άφηνε. Και μέχρι και οι ανθενωτικοί, αν τους έλεγες να βάλουν το χέρι στην καρδιά θα δήλωναν ανακουφισμένοι. Άλλο που κάποιοι εξ αυτών είχαν πιάσει ήδη ταμπούρι.
Και στο κάστρο της Βρυξέλλας ο Αλέξιος ο Χαρισματικός, ο Αγραβάτωτος, έπεσε κατάκοπος για ύπνο. Και είδε όνειρο, ότι τα πράγματα ήσαν όπως παλιά, τότε που η μάγκα των συριζαίων έμπαινε δεν έμπαινε εις την βουλήν. Και ήταν όλοι αγαπημένοι και έλυναν και έδεναν εκ του ασφαλούς. Και γύρω τους πετούσαν πεταλούδες και ακουγόταν μουσική αγγέλων.Μα το όνειρο ευθύς άλλαξε και έγινε εφιάλτης. Ο Αλέξιος είδε μπροστά του την Ζωή τη Νευρική να τον κοιτά με παγωμένο βλέμμα και να στήνει μία ακόμη επιτροπή και πετάχτηκε απάνω κάθιδρος. Και όταν αποξύπνησε κούνησε την κεφαλήν του.  «Παράξενο πράγμα η ευτυχία», μουρμούρισε. «Καταλαβαίνεις πως την κρατούσες, μονάχα όταν σου έχει ξεγλιστρήσει από τα χέρια».

Του  ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗ
Πηγή.  http://www.athensvoice.gr


2 σχόλια:

Freddy Pana είπε...

Μου άρεσε και θέλησα να το μοιραστώ μαζί σας.

Βασίλης είπε...

Πολύ ωραίο αφιέρωμα. Σε ευχαριστώ φίλε Λευτέρη !! Αξίζει τον κόπο να διαβαστεί !!!